ΝΥΧΤΕΡΕΜΑ ΤΡΙΤΟ: ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ

ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ, λέω, της αφεντιάς σας!
Εψές τη νύχτα το παρατραβήξαμε το κομποσκοίνι της ιστορίας, έναν-ένα τους κόμπους του μετρώντας- και μας πήρε η κονταυγή.
Γέρνοντας στο κλινάρι μου ν’αναπάψω το γέρικο κορμί μου, ταλανίστηκα ως να πέψει ο άγγελός μου τον ύπνο μου στα γλέφαρά μου.
Ταλανίστηκα, που ένιωθα την ταπεινότητά μου ένοχη απέναντί σας, γιατί σας στέρησα το χάδι του Μορφέα, δηγάμενος τούτες τις παλιές ιστορίες. Ιστορίες, λέω, που αν και σας φέρνανε το χασμουρητό της βαρεστημάρας, δε θέλατε, ίσως να το φανερώσετε, τιμώντας τα σεβαστικά μου χρόνια και τ’άλιωτα χιόνια της κεφαλής μου.
Όμως, χαίρομαι που λάθεψα.
Να’σας και πάλε κοντά μου, να με τριγυρίζετε, καθισμένοι ανακούρκουδα στις βέλντσες και με τη φωτιά του τζακιού να καίει, με σπιθοπλούμιστη τριζοβολή.

….

Σε ποιόνα κάμπο του παραμυθιού είχαμε σταθεί;
Στους Βενετσάνους;
Ναίσκε! Σε κείνους είχαμε μείνει και χαίρομαι που μου το θύμησες εσύ, χαμηλοβλεπούσα κοπελιά μου, μηλομάγουλη και μελένια!
Σε κείνους…

….

Σαν πήρανε, το λοιπόν, οι Βενετσάνοι στα χέρια τους το Ανάπλι μας, μπήκε μέσα η Γαληνοτάτη, στο πρόσωπο του πρώτου Κυβερνήτη -Περάτσος Μαλιπιέρος τ’όνομα.
Και οι Ελληνάδες του Αναπλιού τόνε δεχτήκανε τούτονε τον αφέντη με τιμές και χαρά μεγάλη, λογιάζοντας πως ο Δόγης της Βενετιάς θαν τους προστάτευε από τον κάθε οχτρό που θα επιβουλευότανε την πόλη τους.
Τούτη την πράξη οι καλαμαράδες της ιστορίας τη φέρνουν να γένηκε το σωτήριο έτος 1389.

Δόξα στον Πανάγαθο και Κύριό μας θεό, όπου, παρόλα μου τα χρόνια τα δυσκολοβάσταχτα, φωτίζει το μνημονικό μου και θυμάμαι ούλα τα καθέκαστα και τ’απλοχεριάζω τώρα σε σας, σπειρί το σπειρί.
Αμή , βέβαια και συμβουλεβάμενος ετούτα τα παλιά χειρόγραφα, οπού, “ως κόρην οφθαλμού” φυλάγω στο σεντούκι μου.

…..

Τότες είναι, παιδιά μου, που η Βενετιά βάλθηκε με τα σωστά της να οχυρώσει την τοποθεσία.
Ήτανε καιρός!
Γιατί, οι άπιστοι Οθωμανοί ξεχύνονταν τώρα στο Μοριά, χείμαρρος αφρισμένος -και με μπροστάρη τους το Μωάμεθ τον Κατακτητή.
Κείνος πια, ύστερις από το πάρσιμο της Πόλης, το’βαλε βουλή να ξεκαθαρίσει από την Ελλάδα ολάκερη κάθε φύτρα Βυζαντινή.
Έτσι, χτυπώντα τα κάστρα του Μοριά και παίρνοντάς τα και τούτα, δίνει διάτα στον υποτακτικό του τον Μαχμούτ πασά να κυριέψει και το ΑΝάπλι.
Φτάνοντας όμως ετούτος ώσαμε δω κάτω, το είδε το πώς το Ανάπλι είναι καρύδι σκληρό και πισώγειρε, δίχως να κάμει γιουρούσι.
Άλλαξε δρόμο και τράβηξε για την Αρκαδία.

….

Οι Βενετσάνοι του Αναπλιού, που είδανε και πάθανε ν’ανασάνουνε από τούτον το σίφουνα, βάλθηκαν τώρα πια, με τα σωστά τους να αποσώσουνε τα οχυρωματικά στην πολιτεία.
Το Άργος -τρεις δρασκελιές δρόμο- το’χε τώρα ο Μαχμούτ στα χέρια του.
Αν ματαγύριζε;…
Βιαστικά, το λοιπόν, οι Βενετσάνοι οχυρώσανε την πολιτεία, αρχίζοντας από την Ακροναυπλία και το νησάκι των Άη Θοδώρων, το Μπούρτζι που λέμε, που βρίσκεται στην εμπατή του λιμανιού.

…..

Ε, συ, παλικαρόπουλο! Σήκω στα σβέλτα και πέσε της αγγόνας μου να μου γεμίσει από το βαγένι μια κούπα κρασί!
Άει, μπράβο!
Τώρα που τούτο το άναμα, κατρακυλώντας στο λαρύγγι μου, χύθηκε στις φλέβες μου και τις μέλωσε, μα και τις φλόγωσε, ξαναγεννήθηκα!
Δυό ρουφηξιές ακόμα να τραβήξω από το ναργιλέ μου, οπού’χει τουμπεκί για βασικό.
Έτσι…
Και τώρα -δικός σας πάλε, θα σας μιλήσω για την ειρήνη οπού κλείστηκε, ανάμεσα Δόγη της Βενετιάς και του Σουλτάνου Μωάμεθ του δεύτερου.
Ειρήνη που -στεριωμένη πάνω σε μια λυκοφιλία- δεν κράτησε πολύ.
Γιατί, ο γιός του Μωάμεθ, ο Βαγιαζήτης, δεν άργησε να τον πατήσει.
Παίρνει τη Ναύπακτος, χτίζει τα φρούρια Ρίο και Αντίρριο και το ιππικό του ασηκώνει μπουχό στον Αργείτικο κάμπο.

….

Η Βενετιά ταράχτηκε.
Του’στειλε δώρα στην Πόλη, να τόνε καλοπιάσει.
Μα τούτος, που!
-Α δε μου δώκετε, τα κάστρα Μεθώνης, Κορώνης και Αναπλιού, σας λιώνω αμέσως σα σκούληκες της γης!
Οι Βενετσάνοι πώς να στέρξουνε τέτοιους όρους!
Δίνοντας τα κάστρα τούτα στο Σουλτάνο, ήτανε σα να βάνανε θηλειά στο λαιμό τους.
Κι Βαγιαζήτ κινάει, κατά το 1500, με διακόσια καράβια.
Παίρνει Μεθώνη και Κορώνη και φτάνει ώσαμε το πετράδι, το τζοβαΐρι το ατίμητο:
Το Ανάπλι!
Όμως, εδώ τα βρίσκει σκούρα!
Τα γιουρούσια του σπάζουνε μπροστά στα κάστρα.
Και, καθώς μαθαίνει ότι δυνατή Βενετσάνικη αρμάδα κίνησε κατά το Ανάπλι, πισωγυρίζει…..

….

Κι η Βενετιά τώρα υπογράφει καινούρια συνθήκη με το Διβάνι. Κρατάει δικό της το Ανάπλι κι αφήνει πλάι της το Άργος τουρκεμένο.
Τούτη την ειρήνη, ο Δόγης την ένιωσε πως ήταν φιλία λύκου και προβάτου και δε θα κράταγε πολύ..
Έδωκε, το λοιπόν, διάτα να οχυρώσουνε την ακριβή του Napoli di Romania, καταπώς το’λεγαν το Ανάπλι φράγκικα.
Ετότες πια οι Βενετσάνοι βαλθήκανε να το οχυρώσουνε με τα σωστά τους το Ανάπλι. Στέριωσαν τον προμαχώνα του Τόρου, τούτονε που λέμε εμείς τώρα προμαχώνα των “πέντε αδερφιών”, από τα πέντε κανόνια οπού’στησαν εκεί και που βιγλίζαν, ακοίμητα, το πέλαγο. Πιάσαν, ύστερα, και βάλανε μια αλυσίδα χοντρή, που ένωνε τον κάβο με το Μπούρτσι.
Σα νύχτωνε, δένανε την αλυσσίδα κι ασφαλίζανε το έμπα του λιμανιού.
Εκείνα τα χρόνια, η Βενετιά είδε πως το Ανάπλι -η κορώνα και το καμάρι της!- ήτανε μικρό. Μικρό για τα όνειρά της.
Έτσι, αποφάσισε να το μεγαλώσει.
Πήρανε, λοιπόν, μπάζα και επιχωματώσανε τη θάλασσα όπου ήτανε μπροστά στα κάστρα.
Πέρα από τούτη την επιχωμάτωση, χτίσανε καινούρια τειχιά.
Φτιάξανε, κοντολογίς, μια καινούρια πόλη.
Και τη στολίσανε με χτίρια περίκαλα: Ναούς, Δημόσια καταστήματα, Διοικητήριο.
Φροντίσανε και για την ύδρευσή του, φέρνοντας από την Άρεια, με χτιστό υδραγωγείο, το νεράκι της Κάναθος πηγής. Κείνο, όπου και μεις τώρα πίνουμε.
Τούτο, το καινούριο Ανάπλι, μαζί με το παλιό, το κατοικούσανε πάνω από δεκατρείς χιλιάδες ψυχές.

….

Έτσι, καταπώς οι Βενετσάνοι το φοβόντουσαν, να’τονε πάλι ο Τούρκος π’ ασήκωσε κεφάλι.
Τ’Ανάπλι! Τ’Ανάπλι!
Τ’όνειρο τούτο του Μωάμεθ του Β’ του Πορθητή της Πόλης και του γιού του και διάδοχου Βαγιαζήτ Β’ γένηκε τώρα πόθος άσβεστος του Σουλτάνου Σουλεϊμάν.
“Το Ανάπλι ή το κεφάλι σου!”, παραγγέλνει στον Σαντζάκ-μπεη του Μορέως, του Κασίμ Πασά, που βρισκότανε, κείνο τον καιρό, στο Άργος.
Και τούτος το’βανε βουλή!
Τέσσερις χρόνους παιδεύτηκε, πολιορκώντας το Ανάπλι, ο Κασίμ πασάς.
Ώσαμε που πια, οι Βενετσάνοι, οπού’χανε πάθει μεγάλες αβαρίες στη θάλασσα, από το στόλο του κοκκινογένηΤούρκου ναυάρχου, του Μπαρμπαρόσα, αναγκαστήκανε, με πόνο καρδιάς, να παραδώκουνε, με συνθήκη, το αστέρι τους στο Μοριά, στα χέρια της Τουρκιάς.
Τούτο γένηκε, καθώς διαβάζω στα τεφτέρια μου, εκεί κατά το 1540.
Νοέμβρης μαύρος ήτανε, όντας μπήκανε οι Τούρκοι στο Ανάπλι, με παράτες και λαλούμενα και πήρανε τα κλειδιά των κάστρων από το Φρούραρχο Κονταρή.
Κι ίδια μαύρη μέρα, όπου οι Βενετσάνοι και πολλοί Αναπλιώτες πρόκριτοι, μπήκανε στα Βενετσάνικα και πήρανε τον πικρό της εξορίας δρόμο!…
Μα, και πολλούς άλλους Αναπλιώτες, οι Βενετσάνοι τους πήρανε μαζί τους.
Και, εκεί, στην ξενιτιά, δεν τους αφήκανε στο έλεος του Θεού. Τους απάγγειασαν, τους ανέστιους εκεί στη Βενετιά και τους βόλεψαν, καταπώς ήτανε χρέος τους, σε κείνους που τόσο τους παρασταθήκανε, στον αγώνα τους ενάντια στον κοινόν οχτρό.

Τώρα θα σας μολογήσω και για το τι γένηκε, μέσα σε κείνους τους χρόνους τους εκατομπενήντα, όπου κράτησε η Βενετιά το Ανάπλι μας.
Τρεχάμενα θα σας τα ιστορήσω, γιατί η αυγή κοντοζυγώνει κι ο ύπνος, να’τονε πάλι που γνέφει στα γλέφαρά μου.
Εκείνα, το λοιπόν, τα χρόνια, οι Αναπλιώτες κάνανε μεγάλη προκοπή και βγάλανε φύτρες θαμμαστές.Ιερωμένους με γνώση και λαμπρή Χριστιανοσύνη, σαν τους Ζυγομαλάδες και τους Μαλαξούς και το Μητροφάνη. Βγάλανε ακόμα και ξακουστούς άντρες των αρμάτων, σαν τους Μποζίκηδες και το Μπούα και το Μανόλη Μπλέσση -ένανε γίγαντα- που τόνε παρανομάτιζαν, για την αντρειά του και τη δύναμη, νέο Ηρακλή και που τα κατορθώματά του τα κάνανε τραγούδια και τα’ψελναν, στους πύργους των αρχόντων, οι Τροβαδούροι της Φραγκιάς.

….

Άειντεστε τώρα, παιδιά μου, βλαστάρια του Αναπλιού
Είναι η ώρα μου για τον ύπνο, που φέρνει τα γλυκόνειρα κι αναπαύει το κορμί.
Ιδέστε το φύλακά μου άγγελο, την εγγόνα μου, την Ιππολύτη!
Μου γνέφει να πάω να γείρω στο στρώμα που μου’ τοίμασε!
Αύριο τα λέμε.
Ο φετινός χειμώνας είναι ακόμα μπροστά και τα Νικολοβάρβαρα πίσω.
Μέσα σε τούτες τις νύχτες που μας προσμένουνε θα σας αποσώσω -πρώτα ο θεός!- τη θαμμαστή ιστορία του Αναπλιού. Ιστορία γιομάτη δόξα, μα και χαλασμούς.
Ποτισμένη με δάκρυα πίκρας, και δάκρυα χαράς.
Αύριο πάλε!…

 

Προηγούμενο   Επόμενο